Καρδιά

   Μοιραστείτε το    Facebook Twitter Share

ΤΟ ΟΡΓΑΝΟ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ

Η καρδιά είναι μια μυϊκή αντλία στον θώρακα που εργάζεται διαρκώς, ωθώντας μέρα-νύχτα αίμα σε όλο το σώμα. Συσπάται και χαλαρώνει 100.000 φορές την ημέρα και για να επιτελέσει σωστά αυτό το έργο, πρέπει και η ίδια να εφοδιάζεται με αρκετό αίμα. Το αίμα αυτό το παρέχουν στην καρδιά οι στεφανιαίες αρτηρίες.

Ως καρδιακή ανεπάρκεια χαρακτηρίζεται η κατάσταση κατά την οποία η καρδιά έχει χάσει τη δυνατότητά της να αντλεί τον απαιτούμενο όγκο αίματος, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ικανότητα του οργανισμού να αντεπεξέλθει στις καθημερινές δραστηριότητες και ανάγκες. Διάφοροι λόγοι μπορεί να οδηγήσουν την καρδιά σε μία τέτοια κατάσταση, η οποία είναι αρκετές φορές αντιστρέψιμη. Όταν όμως η κατάσταση είναι μη αντιστρέψιμη τότε  έχουμε χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια. Η οξύτητα της ανεπάρκειας καθορίζει και το βαθμό λειτουργικότητας του ατόμου.
Η καρδιακή ανεπάρκεια βαθμονομείται σε 4 κλάσεις λειτουργικότητας κατά την Καρδιακή Ένωση της Νέας Υόρκης (New York Heart Association - NYHA).
Στην κλάση 1 ο ασθενής παρουσιάζει προβλήματα (δύσπνοια, κόπωση κ.λπ.) μόνο κατά την άσκηση, ενώ στην κλάση 4 παρουσιάζει έντονα προβλήματα ακόμη και στην προσπάθειά του να βρεθεί σε οριζόντια θέση.


ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ – ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗΣ

Η φαρμακευτική αγωγή καθώς και οι κατάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις μπορούν να αντιστρέψουν ή να συγκρατήσουν την επιδείνωση της νόσου για πάρα πολλά χρόνια. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις αυτό δεν είναι δυνατόν κι ο ασθενής βρίσκεται αντιμέτωπος με την συνεχή μείωση της φυσικής του λειτουργικότητας, γεγονός που στο τέλος επηρεάζει τα ζωτικά του όργανα, ώστε να τίθεται και θέμα επιβίωσής του. Αυτή  η κατάσταση χαρακτηρίζεται ως καρδιακή ανεπάρκεια τελικού σταδίου και η μόνη λύση τότε είναι η μεταμόσχευση καρδιάς.

Βασικές ενδείξεις για μεταμόσχευση καρδιάς αποτελούν:

  • Λειτουργικό σύνδρομο ΙΙΙ ή IV  με πολύ φτωχή πρόγνωση κάτω των 6 μηνών.
  • Ηλικία ασθενούς κάτω των 60 ετών. Οι νεότερες ηλικίες κάτω των 40 ετών προτιμώνται από τις ηλικίες άνω των 50 ετών.
  • Καρδιακός δείκτης χαμηλός και κλάσμα εξωθήσεως μικρότερο από 20%. Οι πνευμονικές αντιστάσεις πρέπει να είναι μικρότερες από 6 μονάδες (U.I Wood).
  • Καλή κατάσταση των άλλων οργάνων (εκτός της καρδιάς) του σώματος.
  • Ικανότητα του ασθενούς να ακολουθήσει ιατρικές οδηγίες- μάλλον πολύπλοκες- για την υπόλοιπη ζωή του.
  • Συναισθηματική σταθερότητα του ασθενούς.

   Η σύγχρονη εναλλακτική μέθοδος είναι η Συσκευή Υποστήριξης της Αριστερής Κοιλίας (ΣΥΑΚ). Πρόκειται για μία χειρουργικώς εμφυτευμένη μηχανική συσκευή που βοηθά την καρδιά να αντλήσει αίμα. Εάν και οι 2 κοιλότητες άντλησης της καρδιάς ανεπαρκούν,  μπορεί να χρησιμοποιηθούν 2 συσκευές.

Οι ΣΥΑΚ εφαρμόζονται σε 2 κατηγορίες ασθενών:

1. Σε ασθενείς που περιμένουν να κάνουν μεταμόσχευση καρδιάς. Πολλοί από τους ασθενείς που περιμένουν στη λίστα αναμονής για μεταμόσχευση έχουν τόσο αδύνατη καρδιά που δεν προβλέπεται να επιβιώσουν έως τη μεταμόσχευση. Για τους ασθενείς αυτούς η  ΣΥΑΚ λειτουργεί ως «γέφυρα για τη μεταμόσχευση». Η συσκευή παραμένει εμφυτευμένη για όλο το χρονικό διάστημα έως τη μεταμόσχευση και τότε αφαιρείται.

2. Σε ασθενείς που έκαναν εγχείρηση καρδιάς αλλά η καρδιά τους δεν μπορεί να αναλάβει το φορτίο αμέσως. Οι γιατροί λένε ότι αυτοί οι ασθενείς δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από τη «μηχανή καρδιά-πνεύμονα». Γι΄ αυτό τους τοποθετείται η ΣΥΑΚ έως ότου η καρδιακή τους λειτουργία επανέλθει σε σχεδόν κανονικά επίπεδα (συνήθως  αυτό συμβαίνει μετά από λίγες ημέρες).

3. Σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια που έχουν κριθεί ακατάλληλοι για μεταμόσχευση καρδιάς λόγω σοβαρών αντενδείξεων (ηλικία, πνευμονικές αντιστάσεις, ανεπάρκεια άλλων οργάνων κ.λπ.). Στους ασθενείς αυτούς είναι δυνατό να εμφυτευθεί συσκευή υποστήριξης της κυκλοφορίας ως θεραπεία προορισμού (destination therapy).


ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΗ ΛΙΣΤΑ (ΠΡΟΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ)

Η ένταξη των ασθενών στη λίστα μεταμοσχεύσεων γίνεται μετά από ενδελεχή έλεγχο όλων των οργάνων και συστημάτων με σκοπό τον εντοπισμό παθήσεων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την επιβίωση μετά την μεταμόσχευση. Διενεργούνται εξετάσεις αίματος (γενικές, μικροβιολογικές και κυρίως ανοσολογικές), υπερηχογράφημα καρδιάς, καρδιακός καθετηριασμός, εργοσπιρομετρία (ένα ειδικό τεστ κοπώσεως), απεικονιστικός έλεγχος των αγγείων, υπερηχογράφημα/αξονική τομογραφία των οργάνων, έλεγχος αναπνευστικής λειτουργίας κ.λπ.


ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ

Η κατανομή των καρδιακών μοσχευμάτων γίνεται με βάση την ομάδα αίματος, τις σωματομετρικές διαστάσεις του λήπτη σε σχέση με τον δότη, το χρόνο αναμονής στη λίστα καθώς και τον δείκτη βαρύτητας της κατάστασης του λήπτη (ΦΕΚ 973/1996).


ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Όταν εντοπιστεί καρδιακό μόσχευμα προερχόμενο από πτωματικό δότη, ο υποψήφιος λήπτης καλείται από τον κλινικό συντονιστή του μεταμοσχευτικού κέντρου. Ενώ οι γιατροί ελέγχουν το δωρηθέν όργανο ο ασθενής αξιολογείται και ξεκινά τη λήψη φαρμάκων για την προετοιμασία για τη μεταμόσχευση. Αν το μόσχευμα είναι κατάλληλο, ο λήπτης οδηγείται στο χειρουργείο και αρχίζει η προετοιμασία για την αφαίρεση της πάσχουσας καρδιάς. Στο μεταξύ, αφαιρείται η νέα καρδιά στο νοσοκομείο του δότη προκειμένου να μεταφερθεί στο μεταμοσχευτικό κέντρο του λήπτη, υπό ειδικές συνθήκες συντήρησης. Η νέα καρδιά  τοποθετείται στον λήπτη μέσω μιας τομής στο στέρνο. Πριν και μετά την μεταμόσχευση χορηγούνται φάρμακα στον λήπτη  με σκοπό να αποτρέψουν την απόρριψη της νέας καρδιάς από το σώμα του.


ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗΣ – ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Η παρακολούθηση του μεταμοσχευμένου δεν παύει ποτέ. Οι τρεις πρώτοι μήνες μετά την μεταμόσχευση είναι κρίσιμοι για την επιτυχία του εγχειρήματος, ενώ μετά την παρέλευση έξι μηνών η κατάσταση του ασθενούς σταθεροποιείται.

Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν όλοι οι μεταμοσχευμένοι που επιβιώνουν την εγχείρηση είναι η απόρριψη του μοσχεύματος. Γενικά ο οργανισμός απορρίπτει κάθε ξένο σώμα που εισβάλλει μέσα του. Αυτό είναι γενικά καλό (αφού προστατεύει τον οργανισμό από κάθε εισβολέα) αλλά δυστυχώς ανιχνεύει και το μόσχευμα σαν ξένο σώμα κι έτσι προσπαθεί να το απορρίψει. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την απόρριψη είναι αμέσως μετά την εγχείρηση. Μετά την παρέλευση ενός έτους η οξεία απόρριψη είναι σπάνια. Ο μεταμοσχευμένος βρίσκεται σε κατάσταση ανοσοκαταστολής προκειμένου να μην απορριφθεί το μόσχευμα.

Στη μεγάλη πλειοψηφία τους οι μεταμοσχευμένοι επιστρέφουν στη συνήθη  καθημερινότητά τους, στην οικογένεια, στην εργασία και στα άλλα ενδιαφέροντά τους. Η σωστή διατροφή, η άθληση κι η προσοχή στους κανόνες υγιεινής αποτελούν πλέον τα κύρια «συστατικά»  της νέας τους ζωής.